(με τον τρόπο του Umberto Eco)
Ο άνθρωπος που περιβάλλεται από τα mass media, είναι κατά βάθος ο πιο σεβαστός μεταξύ των ομοίων του: δεν του ζητούν ποτέ να γίνει αυτό που ήδη είναι. Με άλλα λόγια, του προκαλούνται επιθυμίες μελετημένες πάνω στις κατευθυντήριες γραμμές των τάσεων του. Ωστόσο, επειδή μία από τις ληθαργικές ανταμοιβές, τις οποίες δικαιούται, είναι και η διαφυγή στο όνειρο, του προτείνονται συνήθως ινδάλματα, ανάμεσα στα οποία και στον ίδιο μπορεί να δημιουργηθεί μια ένταση. Για να του αφαιρεθεί όμως κάθε ευθύνη, φροντίζουν ώστε αυτά τα ινδάλματα να είναι πράγματι απρόσιτα, έτσι που η ένταση να καταλήξει σε προβολή και όχι σε διεργασίες που θ’ αποσκοπούν στην αλλαγή της κατάστασης των πραγμάτων. Εν πάση περιπτώσει, του ζητούν να γίνει ένας άνθρωπος με τηλεόραση 61 ιντσών και με βίλα με πισίνα, δηλαδή να παραμείνει αυτός που είναι, απλώς προσθέτοντας στα αντικείμενα που κατέχει μια τηλεόραση και μια πισίνα• και σαν αντάλλαγμα, του προτείνουν για ίνδαλμα τον Superman. Το ίνδαλμα του καταναλωτή των mass media είναι ένας υπεράνθρωπος, πράγμα που ο ίδιος ποτέ δεν θα γίνει, αλλά που χαίρεται να το ζει με τη φαντασία του, όπως ακριβώς φοράμε μπροστά στον καθρέφτη το ρούχο κάποιου άλλου, χωρίς καν να μας περνάει απ’ το μυαλό να το πάρουμε έστω και για μια μέρα.
Η κατάσταση μπροστά στην οποία βρισκόμαστε όσον αφορά την τηλεόραση, είναι η εξής: η τηλεόραση δεν προσφέρει σαν ίνδαλμα προς ταύτιση τον Superman, αλλά τον Everyman. H τηλεόραση παρουσιάζει σαν πρότυπο τον εντελώς μέσο άνθρωπο. Στο θέατρο, η Ζυλιέτ Γκρεκό εμφανιζόταν επί σκηνής και μονομιάς δημιουργούσε ένα μύθο και εγκαθίδρυε μια λατρεία• η Ζοζεφίν Μπέικερ προκαλούσε ειδωλολατρικές τελετουργίες και έδωσε τ’ όνομα της σε μια ολόκληρη εποχή. Στην τηλεόραση, το μαγικό πρόσωπο της Ζυλιέτ Γκρεκό, όταν εμφανίζεται, εμφανίζεται σε πολλά πλάνα, έτσι ο μύθος δεν γεννιέται καν και το είδωλο δεν είναι η ίδια, αλλά η εκφωνήτρια και η πιο αγαπημένη και διάσημη εκφωνήτρια ανάμεσα σ’ όλες είναι εκείνη που εκπροσωπεί καλύτερα τα μέσα χαρακτηριστικά: μετρημένη ομορφιά, περιορισμένο σεξαπίλ, αμφισβητήσιμο γούστο, κάποια νοικοκυρίστικη συγκράτηση, ηλικία γύρω στα 50…
Στο χώρο των ποσοτικών φαινομένων, το μέσο της τηλεόρασης αντιπροσωπεύει ένα μέσο όρο, και για όποιον δεν έχει συμμορφωθεί ακόμα, αντιπροσωπεύει ένα στόχο. Αν σύμφωνα με τη γνωστή boutade, στατιστική είναι η επιστήμη, σύμφωνα με την οποία, αν ένας άνθρωπος τρώει δύο κοτόπουλα τη μέρα και ένας άλλος κανένα, αυτοί οι δύο άνθρωποι τρώνε από ένα κοτόπουλο ο καθένας - για τον άνθρωπο που δεν έχει φάει το μισό κοτόπουλο τη μέρα είναι κάτι θετικό, κάτι στο οποίο έχει τη δυνατότητα να ελπίζει. Αντίθετα, στο χώρο των ποιοτικών φαινομένων, η συμμόρφωση με τον μέσο όρο αντιστοιχεί με την ισοπέδωση στο μηδέν. Ένας άνθρωπος που κατέχει όλες τις ηθικές και πνευματικές αρετές σε μέσο βαθμό, βρίσκεται αυτομάτως σ’ ένα ελάχιστο επίπεδο εξέλιξης. Ο αριστοτελικός «μέσος» είναι η εξισορρόπηση στην έκφραση των προσωπικών παθών, η οποία στηρίζεται στη διακριτική αρετή της «σύνεσης». Ενώ, αν τρέφεις μέσα πάθη και έχεις μια μέση σύνεση, σημαίνει ότι είσαι ένα μάλλον φτωχό δείγμα ανθρώπου.
Τις πιο κατάφωρες περιπτώσεις υποβιβασμού του Superman στον Everyman τις έχουμε στην τηλεοπτική Ελλάδα στα πρόσωπα του Γιώργου Αυτιά και της Μπήλιως Τσουκαλά και στις ιστορίες της πορείας τους. Είδωλα πολλών ανθρώπων, τα άτομα αυτά οφείλουν την επιτυχία τους στο γεγονός ότι με κάθε πράξη και με κάθε λέξη του ρόλου τους, που υποδύονται μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες, αναδίδουν μιαν απόλυτη μετριότητα συνδυασμένη (και αυτό είναι το μόνο προτέρημα που διαθέτουν σε μεγάλο βαθμό) με μιαν άμεση και αυθόρμητη γοητεία, η οποία εξηγείται από το γεγονός ότι επάνω τους δεν διακρίνεται τίποτα το σκηνικά κατασκευασμένο ή προσποιητό: θαρρείς και πουλιούνται γι’ αυτό ακριβώς που είναι, και αυτό που είναι δεν δημιουργεί αίσθημα κατωτερότητας σε κανένα θεατή, ούτε καν στον πιο κακομοίρη. Ο θεατής βλέπει να δοξάζεται και να παρασημοφορείται επίσημα σε πανελλαδικό επίπεδο το πιστό αντίγραφο των δικών του ορίων.
Για να κατανοήσουμε αυτή τη μοναδική δύναμη του Γιώργου Αυτιά και της Μπήλιως Τσουκαλά, θα πρέπει να προχωρήσουμε σε μιαν ανάλυση της συμπεριφοράς τους, σε μια πραγματική Φαινομενολογία του Γιώργου Αυτιά και της Μπήλιως Τσουκαλά, όπου, φυσικά, με τα ονόματα αυτά καταδεικνύονται όχι οι άνθρωποι, αλλά οι ρόλοι.
Ο Γιώργος Αυτιάς και η Μπήλιω Τσουκαλά δεν είναι ιδιαιτέρως ωραίοι, αθλητικοί, θαρραλέοι ή ευφυείς. Από βιολογική άποψη, αντιπροσωπεύουν ένα μέσο βαθμό προσαρμογής στο περιβάλλον. Η ερωτική υστερία με την οποία θα μπορούσαν να τιμούν οι teenagers (λέμε τώρα!) τον Γιώργο Αυτιά θα έπρεπε ν’ αποδοθεί εν μέρει στο μητρικό σύμπλεγμα, που θα κατάφερνε να ξυπνήσει στις κοπελίτσες, και εν μέρει στο ότι θα άφηνε να διαφαίνεται η προοπτική ενός ιδανικού εραστή, υποταγμένου και ευαίσθητου, γλυκού και ευγενικού, ενός συνδυασμού λίγδα με μπουχέσα δηλαδή!
Ο Γιώργος Αυτιάς και η Μπήλιω Τσουκαλά δεν ντρέπονται που είναι αμόρφωτοι και δεν νιώθουν την ανάγκη να μορφωθούν. Έρχονται σ’ επαφή με κάποιες από τις πιο δυσθεώρητες περιοχές του επιστητού και βγαίνουν άσπιλοι και ανέπαφοι, παρηγορώντας τους άλλους για τη φυσική τους τάση προς την απάθεια και τη διανοητική οκνηρία. Φροντίζουν προσεχτικά να μην εντυπωσιάσουν το θεατή, δηλώνοντας όχι μόνο μακριά νυχτωμένοι, αλλά και εξίσου αποφασισμένοι να μη μάθουν τίποτα.
Σε αντάλλαγμα, ο Γιώργος Αυτιάς και η Μπήλιω Τσουκαλά δείχνουν έναν ειλικρινή και πρωτόγονο θαυμασμό απέναντι στους κατόχους της γνώσης. Ωστόσο, τονίζουν τις πρακτικές εφαρμογές των προτερημάτων αυτών των ανθρώπων, τη μνήμη, την προφανή και στοιχειώδη μεθοδολογία: γινόμαστε καλλιεργημένοι διαβάζοντας πολλά βιβλία και υποστηρίζοντας αυτό που λένε. Δεν τους αγγίζει καν η υποψία ότι η κουλτούρα μπορεί να έχει και μια κριτική και δημιουργική λειτουργία. Το κριτήριό τους απέναντί της είναι αμιγώς ποσοτικό. Κατ’ αυτή την έννοια (μιας και για να ‘σαι καλλιεργημένος πρέπει να διαβάζεις πολλά βιβλία επί πολλά χρόνια) είναι φυσικό ο άνθρωπος που δεν έχει αυτό τον προορισμό να εγκαταλείπει κάθε προσπάθεια…
Ο Γιώργος Αυτιάς και η Μπήλιω Τσουκαλά διακηρύττουν την απεριόριστη εκτίμηση κι εμπιστοσύνη τους απέναντι στους ειδικούς• οι καθηγητές είναι σοφοί και εκπροσωπούν την έγκυρη κουλτούρα. Είναι οι τεχνικοί του κλάδου. Τους κάνουν ερωτήσεις, επειδή είναι της αρμοδιότητάς τους.
Ο θαυμασμός για την κουλτούρα, όμως, επαυξάνεται όταν η κουλτούρα καταλήγει ν’ αποφέρει και χρήμα. Τότε ανακαλύπτουν ότι η κουλτούρα χρησιμεύει και σε κάτι. Ο μέσος άνθρωπος αρνείται να μάθει, αλλά προτίθεται να σπουδάσει το παιδί του. Ο Γιώργος Αυτιάς και η Μπήλιω Τσουκαλά έχουν μια μικροαστική αντίληψη του χρήματος και της αξίας του («Για σκεφτείτε, κερδίσατε κιόλας εκατό χιλιάδες ευρώ: δεν είναι κι άσχημο ποσόν!»).
Έτσι, ο Γιώργος Αυτιάς και η Μπήλιω Τσουκαλά προλαμβάνουν τις ανελέητες σκέψεις, στις οποίες οδηγείται ο θεατής: «Ποιος ξέρει τι χαρά θα κάνετε με τόσα χρήματα, εσείς που πάντα ζούσατε κακομοίρης μ’ ένα μισθουδάκο! Πιάσατε ποτέ τόσα λεφτά στα χέρια σας;»
Ο Γιώργος Αυτιάς και η Μπήλιω Τσουκαλά, σαν τα παιδιά, αναγνωρίζουν τα άτομα βάσει κατηγοριών και τα προσφωνούν με κωμικό σεβασμό (το παιδί λέει: «Συγγνώμη, κύριε γκαρσόν…»), χρησιμοποιώντας όμως πάντα την πιο τρέχουσα και άξεστη, συχνά δε περιφρονητική προσφώνηση: «κύριε οδοκαθαριστή, κύριε επαίτη».
Ο Γιώργος Αυτιάς και η Μπήλιω Τσουκαλά δέχονται όλους τους μύθους της κοινωνίας μέσα στην οποία ζουν: φιλάνε το χέρι και προσκυνούν την κυρία Αρχιδοπούλου και λένε ότι το έκαναν επειδή είναι μία αριστοκράτισσα.
Και, εκτός των μύθων, δέχονται και τις συμβάσεις της κοινωνίας. Είναι προστατευτικοί και συγκαταβατικοί απέναντι στους ταπεινούς, είναι όλο σεβασμό απέναντι στα κοινωνικώς προνομιούχα άτομα.
Στο ζήτημα των χρημάτων, ενστικτωδώς καταλήγουν να σκέφτονται, χωρίς να το διατυπώνουν ξεκάθαρα, ότι πρόκειται περισσότερο για ελεημοσύνη, παρά για κέρδος. Δείχνουν να πιστεύουν ότι, μέσα στη διαλεκτική των τάξεων, το μόνο μέσον κοινωνικής ανόδου είναι η θεία πρόνοια (που ενίοτε μπορεί να εμφανίζεται με το πρόσωπο της τηλεόρασης).
Ο Γιώργος Αυτιάς και η Μπήλιω Τσουκαλά μιλάνε τη στοιχειώδη ελληνική: Η εκφορά του λόγου τους είναι η ενσάρκωση της μέγιστης απλότητας. Έχουν καταφέρει να εξοστρακίσει τους συνδέσμους, τις δευτερεύουσες προτάσεις, έχουν σχεδόν κατορθώσει να καταστήσουν αόρατο το συντακτικό. Αποφεύγουν τις αντωνυμίες, επαναλαμβάνοντας συνεχώς το υποκείμενο, επιστρατεύουν έναν τεράστιο αριθμό τελειών. Δεν διακινδυνεύουν ποτέ να χρησιμοποιήσουν παύλες ή παρενθέσεις, δεν χρησιμοποιούν ελλειπτικές εκφράσεις, δεν υπαινίσσονται, υιοθετούν μόνο τις μεταφορές που έχουν ήδη αφομοιωθεί από το κοινό λεξιλόγιο. Το ιδίωμά τους είναι αυστηρά πληροφοριακό και θ’ αποτελούσε τη χαρά ενός νεοποζιτιβιστή. Δεν χρειάζεται ουδεμία προσπάθεια για να τους καταλάβεις. Κάθε θεατής αντιλαμβάνεται ότι, αν του δινόταν η ευκαιρία, ο ίδιος θ’ αποδεικνυόταν πιο εύγλωττος.
Δεν δέχονται την ιδέα ότι σε μία ερώτηση μπορούν να υπάρχουν περισσότερες από μία απαντήσεις. Κοιτάζουν καχύποπτα τις παραλλαγές: Ο Ναμπούκο και ο Ναβουχοδονόσωρ δεν είναι το ίδιο πράγμα• ούτε η χοληστερίνη και η χοληστερόλη• ούτε ο υπερρεαλισμός και ο σουρρεαλισμός! Αντιδρούν μπροστά στα στοιχεία σαν ένας ηλεκτρονικός εγκέφαλος, διότι είναι απολύτως πεπεισμένοι ότι το Α ισούται με Α και tertium non datur (τρίτος όρος δεν δίδεται). Αριστοτελικοί λόγω ανεπάρκειας, εκφέρουν κατά συνέπεια μια συντηρητική, πατερναλιστική παιδαγωγική της ακινησίας.
Ο Γιώργος Αυτιάς και η Μπήλιω Τσουκαλά στερούνται χιούμορ. Γελάνε, επειδή είναι ικανοποιημένοι με την πραγματικότητα και όχι επειδή διαθέτουν την ικανότητα να την παραμορφώνουν. Τους διαφεύγει η φύση του παραδόξου• όταν τους προτείνεται ένα παράδοξο, το επαναλαμβάνουν, δείχνοντας να διασκεδάζουν, και κουνάνε το κεφάλι, υπονοώντας ότι ο συνομιλητής τους είναι συμπαθώς αφύσικος• αρνούνται να υποπτευθούν ότι πίσω από το παράδοξο κρύβεται μια αλήθεια και, εν πάση περιπτώσει, δεν το θεωρούν έγκυρο φορέα άποψης.
Αποφεύγουν την πολεμική, ακόμα και πάνω σε θεμιτά ζητήματα. Δεν παραλείπουν να πληροφορούνται για τα παράξενα της γνώσης (ένα νέο ρεύμα στη ζωγραφική, μια δυσνόητη επιστήμη… «Πείτε μου, σας παρακαλώ, στις μέρες μας μιλάνε πολύ για τον Μπομπ τον Σφουγγαράκη. Μα τι ακριβώς είναι αυτός ο Μπομπ ο Σφουγγαράκης;»). Και, μόλις δέχονται την εξήγηση, δεν προσπαθούν να εμβαθύνουν στο ερώτημα, αλλ’ αφήνουν να διαφανεί μια ευγενική αποδοκιμασία ενός καλοπροαίρετου ανθρώπου. Ωστόσο, σέβονται τη γνώμη του άλλου, όχι από ιδεολογική πρόθεση, αλλ’ από αδιαφορία.
Απ’ όλες τις πιθανές ερωτήσεις πάνω σ’ ένα ζήτημα, επιλέγουν αμέσως αυτήν που θα πρωτοερχόταν στο νου του καθενός και που οι μισοί τηλεθεατές θα απέρριπταν ως υπερβολικά κοινότοπη: «Τι θέλετε να πείτε μ’ αυτό τον πίνακα;» «Για ποιο λόγο διαλέξατε ένα χόμπι τόσο διαφορετικό από τη δουλειά σας;» «Πώς σας πέρασε η σκέψη ν’ ασχοληθείτε με τη φιλοσοφία;»
Ο Γιώργος Αυτιάς και η Μπήλιω Τσουκαλά ωθούν τα κλισέ στα έσχατα όρια τους. Μια κοπέλα που φοίτησε στις καλόγριες είναι ενάρετη, μια κοπέλα με στενό τζιν παντελόνι και αλογοουρά είναι «πεταχτούλα». Ρωτάνε την κοπέλα που φοίτησε στις καλόγριες αν αυτή, που είναι ένα τόσο καλό κορίτσι, θα ήθελε να γίνει σαν τη δεύτερη• και όταν τους επισημαίνουν ότι η αντιπαράθεση είναι προσβλητική, παρηγορούν τη δεύτερη κοπέλα, τονίζοντας την ανωτερότητα των φυσικών χαρακτηριστικών της και ντροπιάζοντας την οικότροφο των καλογραιών. Σ’ αυτή την ιλιγγιώδη εναλλαγή της μιας γκάφας με την άλλη, δεν αποπειρώνται καν να χρησιμοποιήσουν την περίφραση: η περίφραση είναι εκ των προτέρων μια agudeza και οι agudezas ανήκουν στη σχολή του Βίκο, με την οποία ο Αυτιάς και η Τσουκαλά δεν έχουν καμία απολύτως σχέση. Για τον Αυτιά και την Τσουκαλά, όπως είπαμε, κάθε πράγμα έχει ένα και μόνον ένα όνομα και τα ρητορικά τεχνάσματα είναι εκζήτηση. Κατά βάθος, η γκάφα προέρχεται πάντα από μια πράξη απροκάλυπτης ειλικρίνειας• όταν η ειλικρίνεια είναι σκόπιμη, τότε δεν έχουμε γκάφα αλλά κέντρισμα και πρόκληση• η γκάφα (στην οποία διαπρέπουν ο Αυτιάς και η Τσουκαλά, όπως συμφωνούν κοινό και κριτικοί, δήμος και σοφιστές) δημιουργείται ακριβώς όταν είμαστε ειλικρινείς κατά λάθος και από επιπολαιότητα. Όσο πιο μέτριος είναι ο άνθρωπος, τόσο πιο αδέξιος είναι. Ο Αυτιάς και η Τσουκαλά τους παρηγορούν, οδηγώντας την γκάφα στο αξίωμα του ρητορικού σχήματος, μέσα στο πλαίσιο μιας εθιμοτυπίας που επικυρώνεται από τον οργανισμό, ο οποίος εκπέμπει, και από τη χώρα, η οποία παρακολουθεί.
Ο Γιώργος Αυτιάς και η Μπήλιω Τσουκαλά χαίρονται ειλικρινά για λογαριασμό των νικητών, επειδή τιμούν εν γένει την επιτυχία. Ευγενικά αδιάφοροι απέναντι στον ηττημένο, συγκινούνται όταν δουν ότι βρίσκεται σε δυσχερή θέση και μονομιάς υποκινούν το κοινό σε μιαν άμιλλα φιλανθρωπικών εκδηλώσεων που, μόλις τελειώσουν, τους αφήνουν απολύτως ικανοποιημένους, πράγμα για το οποίο πείθουν και τους θεατές• και, στη συνέχεια, προχωρούν στο επόμενο θέμα, ολότελα βέβαιοι για την ύπαρξη του καλυτέρου δυνατού από τους πιθανούς κόσμους.
Ο Γιώργος Αυτιάς και η Μπήλιω Τσουκαλά αγνοούν εντελώς την τραγική διάσταση της ζωής.
Ο Γιώργος Αυτιάς και η Μπήλιω Τσουκαλά πείθουν το κοινό για την αξία της μετριότητας, προσφέροντας τους ένα ζωντανό και ολόλαμπρο παράδειγμα. Δεν νιώθουν κανένα σύμπλεγμα κατωτερότητας, όταν προσφέρουν τον εαυτό τους σαν είδωλο, και το κοινό τους το ανταποδίδει μ’ ευγνωμοσύνη, αγαπώντας τους. Εκπροσωπούν ένα ιδανικό, που δεν χρειάζεται καμία απολύτως προσπάθεια για να το φτάσεις, μιας και ο καθένας μας βρίσκεται ήδη στο επίπεδό τους. Καμία θρησκεία δεν υπήρξε ποτέ τόσο επιεικής με τους πιστούς της. Με τον Γιώργο Αυτιά και την Μπήλιω Τσουκαλά διαλύεται η ένταση μεταξύ του είναι και του πρέπει. Ο Γιώργος Αυτιάς και η Μπήλιω Τσουκαλά λένε στους τηλεθεατές τους: είστε ο Θεός, παραμείνετε ακίνητοι!
1961-2008