Ad hominem

Ε, ναι! Τώρα μπορώ να σας το εξομολογηθώ: Στην αρχή της δημιουργίας αυτού του …βέβηλου blog, είχα μια θεωρία προς απόδειξη: Η θεωρία πρέσβευε, με λίγα λόγια, τα εξής: Οσοι από το λεγόμενο “εθνικό χώρο” καθώς και άλλοι φανατικοί ή λοιποί …”στρατόκαβλοι” (ή, απλώς: όσοι “φθονούν το πέος, ασχολούμενοι με φανταστικές ιδέες όπως η πατρίδα τους και το έθνος τους” - για να είμαστε κόσμιοι και ήπιοι, σύμφωνα και με την προμετωπίδα μας…) έμπαιναν στον κόπο να μου απαντήσουν, θα χρησιμοποιούσαν επί το πλείστον argumenti ad hominem (επιχειρήματα που εξετάζουν τον χαρακτήρα του αντιπάλου παρά το προς συζήτηση θέμα).
Ετσι, λοιπόν, και έγινε!

Δημοσιεύθηκε στο: on Μάιος 8, 2008 at 1:28 μ.μ Σχόλια (2)

Φαινομενολογία του Γιώργου Αυτιά και της Μπήλιως Τσουκαλά

(με τον τρόπο του Umberto Eco)

Ο άνθρωπος που περιβάλλεται από τα mass media, είναι κατά βάθος ο πιο σεβαστός μεταξύ των ομοίων του: δεν του ζητούν ποτέ να γίνει αυτό που ήδη είναι. Με άλλα λόγια, του προκαλούνται επιθυμίες μελετημένες πάνω στις κατευθυντήριες γραμμές των τάσεων του. Ωστόσο, επειδή μία από τις ληθαργικές ανταμοιβές, τις οποίες δικαιούται, είναι και η διαφυγή στο όνειρο, του προτείνονται συνήθως ινδάλματα, ανάμεσα στα οποία και στον ίδιο μπορεί να δημιουργηθεί μια ένταση. Για να του αφαιρεθεί όμως κάθε ευθύνη, φροντίζουν ώστε αυτά τα ινδάλματα να είναι πράγματι απρόσιτα, έτσι που η ένταση να καταλήξει σε προβολή και όχι σε διεργασίες που θ’ αποσκοπούν στην αλλαγή της κατάστασης των πραγμάτων. Εν πάση περιπτώσει, του ζητούν να γίνει ένας άνθρωπος με τηλεόραση 61 ιντσών και με βίλα με πισίνα, δηλαδή να παραμείνει αυτός που είναι, απλώς προσθέτοντας στα αντικείμενα που κατέχει μια τηλεόραση και μια πισίνα• και σαν αντάλλαγμα, του προτείνουν για ίνδαλμα τον Superman. Το ίνδαλμα του καταναλωτή των mass media είναι ένας υπεράνθρωπος, πράγμα που ο ίδιος ποτέ δεν θα γίνει, αλλά που χαίρεται να το ζει με τη φαντασία του, όπως ακριβώς φοράμε μπροστά στον καθρέφτη το ρούχο κάποιου άλλου, χωρίς καν να μας περνάει απ’ το μυαλό να το πάρουμε έστω και για μια μέρα.
Η κατάσταση μπροστά στην οποία βρισκόμαστε όσον αφορά την τηλεόραση, είναι η εξής: η τηλεόραση δεν προσφέρει σαν ίνδαλμα προς ταύτιση τον Superman, αλλά τον Everyman. H τηλεόραση παρουσιάζει σαν πρότυπο τον εντελώς μέσο άνθρωπο. Στο θέατρο, η Ζυλιέτ Γκρεκό εμφανιζόταν επί σκηνής και μονομιάς δημιουργούσε ένα μύθο και εγκαθίδρυε μια λατρεία• η Ζοζεφίν Μπέικερ προκαλούσε ειδωλολατρικές τελετουργίες και έδωσε τ’ όνομα της σε μια ολόκληρη εποχή. Στην τηλεόραση, το μαγικό πρόσωπο της Ζυλιέτ Γκρεκό, όταν εμφανίζεται, εμφανίζεται σε πολλά πλάνα, έτσι ο μύθος δεν γεννιέται καν και το είδωλο δεν είναι η ίδια, αλλά η εκφωνήτρια και η πιο αγαπημένη και διάσημη εκφωνήτρια ανάμεσα σ’ όλες είναι εκείνη που εκπροσωπεί καλύτερα τα μέσα χαρακτηριστικά: μετρημένη ομορφιά, περιορισμένο σεξαπίλ, αμφισβητήσιμο γούστο, κάποια νοικοκυρίστικη συγκράτηση, ηλικία γύρω στα 50…
Στο χώρο των ποσοτικών φαινομένων, το μέσο της τηλεόρασης αντιπροσωπεύει ένα μέσο όρο, και για όποιον δεν έχει συμμορφωθεί ακόμα, αντιπροσωπεύει ένα στόχο. Αν σύμφωνα με τη γνωστή boutade, στατιστική είναι η επιστήμη, σύμφωνα με την οποία, αν ένας άνθρωπος τρώει δύο κοτόπουλα τη μέρα και ένας άλλος κανένα, αυτοί οι δύο άνθρωποι τρώνε από ένα κοτόπουλο ο καθένας - για τον άνθρωπο που δεν έχει φάει το μισό κοτόπουλο τη μέρα είναι κάτι θετικό, κάτι στο οποίο έχει τη δυνατότητα να ελπίζει. Αντίθετα, στο χώρο των ποιοτικών φαινομένων, η συμμόρφωση με τον μέσο όρο αντιστοιχεί με την ισοπέδωση στο μηδέν. Ένας άνθρωπος που κατέχει όλες τις ηθικές και πνευματικές αρετές σε μέσο βαθμό, βρίσκεται αυτομάτως σ’ ένα ελάχιστο επίπεδο εξέλιξης. Ο αριστοτελικός «μέσος» είναι η εξισορρόπηση στην έκφραση των προσωπικών παθών, η οποία στηρίζεται στη διακριτική αρετή της «σύνεσης». Ενώ, αν τρέφεις μέσα πάθη και έχεις μια μέση σύνεση, σημαίνει ότι είσαι ένα μάλλον φτωχό δείγμα ανθρώπου.

Τις πιο κατάφωρες περιπτώσεις υποβιβασμού του Superman στον Everyman τις έχουμε στην τηλεοπτική Ελλάδα στα πρόσωπα του Γιώργου Αυτιά και της Μπήλιως Τσουκαλά και στις ιστορίες της πορείας τους. Είδωλα πολλών ανθρώπων, τα άτομα αυτά οφείλουν την επιτυχία τους στο γεγονός ότι με κάθε πράξη και με κάθε λέξη του ρόλου τους, που υποδύονται μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες, αναδίδουν μιαν απόλυτη μετριότητα συνδυασμένη (και αυτό είναι το μόνο προτέρημα που διαθέτουν σε μεγάλο βαθμό) με μιαν άμεση και αυθόρμητη γοητεία, η οποία εξηγείται από το γεγονός ότι επάνω τους δεν διακρίνεται τίποτα το σκηνικά κατασκευασμένο ή προσποιητό: θαρρείς και πουλιούνται γι’ αυτό ακριβώς που είναι, και αυτό που είναι δεν δημιουργεί αίσθημα κατωτερότητας σε κανένα θεατή, ούτε καν στον πιο κακομοίρη. Ο θεατής βλέπει να δοξάζεται και να παρασημοφορείται επίσημα σε πανελλαδικό επίπεδο το πιστό αντίγραφο των δικών του ορίων.
Για να κατανοήσουμε αυτή τη μοναδική δύναμη του Γιώργου Αυτιά και της Μπήλιως Τσουκαλά, θα πρέπει να προχωρήσουμε σε μιαν ανάλυση της συμπεριφοράς τους, σε μια πραγματική Φαινομενολογία του Γιώργου Αυτιά και της Μπήλιως Τσουκαλά, όπου, φυσικά, με τα ονόματα αυτά καταδεικνύονται όχι οι άνθρωποι, αλλά οι ρόλοι.
Ο Γιώργος Αυτιάς και η Μπήλιω Τσουκαλά δεν είναι ιδιαιτέρως ωραίοι, αθλητικοί, θαρραλέοι ή ευφυείς. Από βιολογική άποψη, αντιπροσωπεύουν ένα μέσο βαθμό προσαρμογής στο περιβάλλον. Η ερωτική υστερία με την οποία θα μπορούσαν να τιμούν οι teenagers (λέμε τώρα!) τον Γιώργο Αυτιά θα έπρεπε ν’ αποδοθεί εν μέρει στο μητρικό σύμπλεγμα, που θα κατάφερνε να ξυπνήσει στις κοπελίτσες, και εν μέρει στο ότι θα άφηνε να διαφαίνεται η προοπτική ενός ιδανικού εραστή, υποταγμένου και ευαίσθητου, γλυκού και ευγενικού, ενός συνδυασμού λίγδα με μπουχέσα δηλαδή!
Ο Γιώργος Αυτιάς και η Μπήλιω Τσουκαλά δεν ντρέπονται που είναι αμόρφωτοι και δεν νιώθουν την ανάγκη να μορφωθούν. Έρχονται σ’ επαφή με κάποιες από τις πιο δυσθεώρητες περιοχές του επιστητού και βγαίνουν άσπιλοι και ανέπαφοι, παρηγορώντας τους άλλους για τη φυσική τους τάση προς την απάθεια και τη διανοητική οκνηρία. Φροντίζουν προσεχτικά να μην εντυπωσιάσουν το θεατή, δηλώνοντας όχι μόνο μακριά νυχτωμένοι, αλλά και εξίσου αποφασισμένοι να μη μάθουν τίποτα.
Σε αντάλλαγμα, ο Γιώργος Αυτιάς και η Μπήλιω Τσουκαλά δείχνουν έναν ειλικρινή και πρωτόγονο θαυμασμό απέναντι στους κατόχους της γνώσης. Ωστόσο, τονίζουν τις πρακτικές εφαρμογές των προτερημάτων αυτών των ανθρώπων, τη μνήμη, την προφανή και στοιχειώδη μεθοδολογία: γινόμαστε καλλιεργημένοι διαβάζοντας πολλά βιβλία και υποστηρίζοντας αυτό που λένε. Δεν τους αγγίζει καν η υποψία ότι η κουλτούρα μπορεί να έχει και μια κριτική και δημιουργική λειτουργία. Το κριτήριό τους απέναντί της είναι αμιγώς ποσοτικό. Κατ’ αυτή την έννοια (μιας και για να ‘σαι καλλιεργημένος πρέπει να διαβάζεις πολλά βιβλία επί πολλά χρόνια) είναι φυσικό ο άνθρωπος που δεν έχει αυτό τον προορισμό να εγκαταλείπει κάθε προσπάθεια…
Ο Γιώργος Αυτιάς και η Μπήλιω Τσουκαλά διακηρύττουν την απεριόριστη εκτίμηση κι εμπιστοσύνη τους απέναντι στους ειδικούς• οι καθηγητές είναι σοφοί και εκπροσωπούν την έγκυρη κουλτούρα. Είναι οι τεχνικοί του κλάδου. Τους κάνουν ερωτήσεις, επειδή είναι της αρμοδιότητάς τους.
Ο θαυμασμός για την κουλτούρα, όμως, επαυξάνεται όταν η κουλτούρα καταλήγει ν’ αποφέρει και χρήμα. Τότε ανακαλύπτουν ότι η κουλτούρα χρησιμεύει και σε κάτι. Ο μέσος άνθρωπος αρνείται να μάθει, αλλά προτίθεται να σπουδάσει το παιδί του. Ο Γιώργος Αυτιάς και η Μπήλιω Τσουκαλά έχουν μια μικροαστική αντίληψη του χρήματος και της αξίας του («Για σκεφτείτε, κερδίσατε κιόλας εκατό χιλιάδες ευρώ: δεν είναι κι άσχημο ποσόν!»).
Έτσι, ο Γιώργος Αυτιάς και η Μπήλιω Τσουκαλά προλαμβάνουν τις ανελέητες σκέψεις, στις οποίες οδηγείται ο θεατής: «Ποιος ξέρει τι χαρά θα κάνετε με τόσα χρήματα, εσείς που πάντα ζούσατε κακομοίρης μ’ ένα μισθουδάκο! Πιάσατε ποτέ τόσα λεφτά στα χέρια σας;»
Ο Γιώργος Αυτιάς και η Μπήλιω Τσουκαλά, σαν τα παιδιά, αναγνωρίζουν τα άτομα βάσει κατηγοριών και τα προσφωνούν με κωμικό σεβασμό (το παιδί λέει: «Συγγνώμη, κύριε γκαρσόν…»), χρησιμοποιώντας όμως πάντα την πιο τρέχουσα και άξεστη, συχνά δε περιφρονητική προσφώνηση: «κύριε οδοκαθαριστή, κύριε επαίτη».
Ο Γιώργος Αυτιάς και η Μπήλιω Τσουκαλά δέχονται όλους τους μύθους της κοινωνίας μέσα στην οποία ζουν: φιλάνε το χέρι και προσκυνούν την κυρία Αρχιδοπούλου και λένε ότι το έκαναν επειδή είναι μία αριστοκράτισσα.
Και, εκτός των μύθων, δέχονται και τις συμβάσεις της κοινωνίας. Είναι προστατευτικοί και συγκαταβατικοί απέναντι στους ταπεινούς, είναι όλο σεβασμό απέναντι στα κοινωνικώς προνομιούχα άτομα.
Στο ζήτημα των χρημάτων, ενστικτωδώς καταλήγουν να σκέφτονται, χωρίς να το διατυπώνουν ξεκάθαρα, ότι πρόκειται περισσότερο για ελεημοσύνη, παρά για κέρδος. Δείχνουν να πιστεύουν ότι, μέσα στη διαλεκτική των τάξεων, το μόνο μέσον κοινωνικής ανόδου είναι η θεία πρόνοια (που ενίοτε μπορεί να εμφανίζεται με το πρόσωπο της τηλεόρασης).
Ο Γιώργος Αυτιάς και η Μπήλιω Τσουκαλά μιλάνε τη στοιχειώδη ελληνική: Η εκφορά του λόγου τους είναι η ενσάρκωση της μέγιστης απλότητας. Έχουν καταφέρει να εξοστρακίσει τους συνδέσμους, τις δευτερεύουσες προτάσεις, έχουν σχεδόν κατορθώσει να καταστήσουν αόρατο το συντακτικό. Αποφεύγουν τις αντωνυμίες, επαναλαμβάνοντας συνεχώς το υποκείμενο, επιστρατεύουν έναν τεράστιο αριθμό τελειών. Δεν διακινδυνεύουν ποτέ να χρησιμοποιήσουν παύλες ή παρενθέσεις, δεν χρησιμοποιούν ελλειπτικές εκφράσεις, δεν υπαινίσσονται, υιοθετούν μόνο τις μεταφορές που έχουν ήδη αφομοιωθεί από το κοινό λεξιλόγιο. Το ιδίωμά τους είναι αυστηρά πληροφοριακό και θ’ αποτελούσε τη χαρά ενός νεοποζιτιβιστή. Δεν χρειάζεται ουδεμία προσπάθεια για να τους καταλάβεις. Κάθε θεατής αντιλαμβάνεται ότι, αν του δινόταν η ευκαιρία, ο ίδιος θ’ αποδεικνυόταν πιο εύγλωττος.
Δεν δέχονται την ιδέα ότι σε μία ερώτηση μπορούν να υπάρχουν περισσότερες από μία απαντήσεις. Κοιτάζουν καχύποπτα τις παραλλαγές: Ο Ναμπούκο και ο Ναβουχοδονόσωρ δεν είναι το ίδιο πράγμα• ούτε η χοληστερίνη και η χοληστερόλη• ούτε ο υπερρεαλισμός και ο σουρρεαλισμός! Αντιδρούν μπροστά στα στοιχεία σαν ένας ηλεκτρονικός εγκέφαλος, διότι είναι απολύτως πεπεισμένοι ότι το Α ισούται με Α και tertium non datur (τρίτος όρος δεν δίδεται). Αριστοτελικοί λόγω ανεπάρκειας, εκφέρουν κατά συνέπεια μια συντηρητική, πατερναλιστική παιδαγωγική της ακινησίας.

Ο Γιώργος Αυτιάς και η Μπήλιω Τσουκαλά στερούνται χιούμορ. Γελάνε, επειδή είναι ικανοποιημένοι με την πραγματικότητα και όχι επειδή διαθέτουν την ικανότητα να την παραμορφώνουν. Τους διαφεύγει η φύση του παραδόξου• όταν τους προτείνεται ένα παράδοξο, το επαναλαμβάνουν, δείχνοντας να διασκεδάζουν, και κουνάνε το κεφάλι, υπονοώντας ότι ο συνομιλητής τους είναι συμπαθώς αφύσικος• αρνούνται να υποπτευθούν ότι πίσω από το παράδοξο κρύβεται μια αλήθεια και, εν πάση περιπτώσει, δεν το θεωρούν έγκυρο φορέα άποψης.
Αποφεύγουν την πολεμική, ακόμα και πάνω σε θεμιτά ζητήματα. Δεν παραλείπουν να πληροφορούνται για τα παράξενα της γνώσης (ένα νέο ρεύμα στη ζωγραφική, μια δυσνόητη επιστήμη… «Πείτε μου, σας παρακαλώ, στις μέρες μας μιλάνε πολύ για τον Μπομπ τον Σφουγγαράκη. Μα τι ακριβώς είναι αυτός ο Μπομπ ο Σφουγγαράκης;»). Και, μόλις δέχονται την εξήγηση, δεν προσπαθούν να εμβαθύνουν στο ερώτημα, αλλ’ αφήνουν να διαφανεί μια ευγενική αποδοκιμασία ενός καλοπροαίρετου ανθρώπου. Ωστόσο, σέβονται τη γνώμη του άλλου, όχι από ιδεολογική πρόθεση, αλλ’ από αδιαφορία.
Απ’ όλες τις πιθανές ερωτήσεις πάνω σ’ ένα ζήτημα, επιλέγουν αμέσως αυτήν που θα πρωτοερχόταν στο νου του καθενός και που οι μισοί τηλεθεατές θα απέρριπταν ως υπερβολικά κοινότοπη: «Τι θέλετε να πείτε μ’ αυτό τον πίνακα;» «Για ποιο λόγο διαλέξατε ένα χόμπι τόσο διαφορετικό από τη δουλειά σας;» «Πώς σας πέρασε η σκέψη ν’ ασχοληθείτε με τη φιλοσοφία;»
Ο Γιώργος Αυτιάς και η Μπήλιω Τσουκαλά ωθούν τα κλισέ στα έσχατα όρια τους. Μια κοπέλα που φοίτησε στις καλόγριες είναι ενάρετη, μια κοπέλα με στενό τζιν παντελόνι και αλογοουρά είναι «πεταχτούλα». Ρωτάνε την κοπέλα που φοίτησε στις καλόγριες αν αυτή, που είναι ένα τόσο καλό κορίτσι, θα ήθελε να γίνει σαν τη δεύτερη• και όταν τους επισημαίνουν ότι η αντιπαράθεση είναι προσβλητική, παρηγορούν τη δεύτερη κοπέλα, τονίζοντας την ανωτερότητα των φυσικών χαρακτηριστικών της και ντροπιάζοντας την οικότροφο των καλογραιών. Σ’ αυτή την ιλιγγιώδη εναλλαγή της μιας γκάφας με την άλλη, δεν αποπειρώνται καν να χρησιμοποιήσουν την περίφραση: η περίφραση είναι εκ των προτέρων μια agudeza και οι agudezas ανήκουν στη σχολή του Βίκο, με την οποία ο Αυτιάς και η Τσουκαλά δεν έχουν καμία απολύτως σχέση. Για τον Αυτιά και την Τσουκαλά, όπως είπαμε, κάθε πράγμα έχει ένα και μόνον ένα όνομα και τα ρητορικά τεχνάσματα είναι εκζήτηση. Κατά βάθος, η γκάφα προέρχεται πάντα από μια πράξη απροκάλυπτης ειλικρίνειας• όταν η ειλικρίνεια είναι σκόπιμη, τότε δεν έχουμε γκάφα αλλά κέντρισμα και πρόκληση• η γκάφα (στην οποία διαπρέπουν ο Αυτιάς και η Τσουκαλά, όπως συμφωνούν κοινό και κριτικοί, δήμος και σοφιστές) δημιουργείται ακριβώς όταν είμαστε ειλικρινείς κατά λάθος και από επιπολαιότητα. Όσο πιο μέτριος είναι ο άνθρωπος, τόσο πιο αδέξιος είναι. Ο Αυτιάς και η Τσουκαλά τους παρηγορούν, οδηγώντας την γκάφα στο αξίωμα του ρητορικού σχήματος, μέσα στο πλαίσιο μιας εθιμοτυπίας που επικυρώνεται από τον οργανισμό, ο οποίος εκπέμπει, και από τη χώρα, η οποία παρακολουθεί.
Ο Γιώργος Αυτιάς και η Μπήλιω Τσουκαλά χαίρονται ειλικρινά για λογαριασμό των νικητών, επειδή τιμούν εν γένει την επιτυχία. Ευγενικά αδιάφοροι απέναντι στον ηττημένο, συγκινούνται όταν δουν ότι βρίσκεται σε δυσχερή θέση και μονομιάς υποκινούν το κοινό σε μιαν άμιλλα φιλανθρωπικών εκδηλώσεων που, μόλις τελειώσουν, τους αφήνουν απολύτως ικανοποιημένους, πράγμα για το οποίο πείθουν και τους θεατές• και, στη συνέχεια, προχωρούν στο επόμενο θέμα, ολότελα βέβαιοι για την ύπαρξη του καλυτέρου δυνατού από τους πιθανούς κόσμους.
Ο Γιώργος Αυτιάς και η Μπήλιω Τσουκαλά αγνοούν εντελώς την τραγική διάσταση της ζωής.
Ο Γιώργος Αυτιάς και η Μπήλιω Τσουκαλά πείθουν το κοινό για την αξία της μετριότητας, προσφέροντας τους ένα ζωντανό και ολόλαμπρο παράδειγμα. Δεν νιώθουν κανένα σύμπλεγμα κατωτερότητας, όταν προσφέρουν τον εαυτό τους σαν είδωλο, και το κοινό τους το ανταποδίδει μ’ ευγνωμοσύνη, αγαπώντας τους. Εκπροσωπούν ένα ιδανικό, που δεν χρειάζεται καμία απολύτως προσπάθεια για να το φτάσεις, μιας και ο καθένας μας βρίσκεται ήδη στο επίπεδό τους. Καμία θρησκεία δεν υπήρξε ποτέ τόσο επιεικής με τους πιστούς της. Με τον Γιώργο Αυτιά και την Μπήλιω Τσουκαλά διαλύεται η ένταση μεταξύ του είναι και του πρέπει. Ο Γιώργος Αυτιάς και η Μπήλιω Τσουκαλά λένε στους τηλεθεατές τους: είστε ο Θεός, παραμείνετε ακίνητοι!

1961-2008

Δημοσιεύθηκε στο: on Απρίλιος 29, 2008 at 9:10 π.μ. Σχόλιο (1)

Μετά τρεις ημέρας εγείρομαι

Γύρω στις εννέα η ώρα το βράδυ θα άρχιζε η περιφορά των επιταφίων. Ηταν πρόσφατη η συνήθεια να συγκεντρώνονται όλοι οι επιτάφιοι των ενοριών της πόλης στην κεντρική πλατεία και αυτό αποτελούσε ένα μικρό κοσμικό γεγονός. Ο πληθυσμός, άντρες και γυναίκες ήσαν καλοντυμένοι, τα παιδιά καλοχτενισμένα και με τα λευκά τους παπούτσια που έμοιαζαν σαν καινούργια, τα είχαν φρεσκάρει με το στουπέτσι άλλωστε, όλοι συγκεντρωμένοι σε δύο στρέμματα τόπο να αισθάνονται χαρμολύπη όπως επέτασσε η θρησκεία…

Η εικόνα ήταν παράταιρη με τους χωροφύλακες αγριεμένους καθώς τους είχε δοθεί ρητή η εντολή να μην ακουσθεί θόρυβος από τη ρίψη έστω και μιας κροτίδας, όπως ήταν το έθιμο, και διασαλευόταν η τάξις και το αίσθημα ασφαλείας των πολιτών και το γεγονός αυτό το εκμεταλλεύονταν τα γνωστά ταραχοποιά και αναρχικά στοιχεία και οι ραδιοφωνικοί σταθμοί του εξωτερικού μετέδιδαν ότι ο λαός διαμαρτύρεται κατά της εθνικής κυβερνήσεως…

Αφού ήταν παρακινδυνευμένη και με αναρχικά χαρακτηριστικά η ενέργεια, σύμφωνα με τη Χωροφυλακή, να φτιάξουν τις πατροπαράδοτες στρακαστρούκες και κροτίδες, οι πιστοί που ακολουθούσαν την περιφορά των επιταφίων ήσαν σιωπηλοί.

Ολοι; Οχι όλοι!

Οι ενορίτες των Αγίων Πάντων εξέφραζαν τον ενθουσιασμό τους για τον άρτιο στολισμό του επιταφίου τους με συνθήματα με τα οποία καλούσαν κεκοιμημένους ενορίτες που είχαν σαν ζωντανοί την επιμέλεια του επιταφίου να εγερθούν και να θαυμάσουν. Η ιαχή “νε-κρο-ταφεία-ρος” επαναλαμβανομένη δονούσε την ατμόσφαιρα και θύμιζε ότι οι πιστοί της ενορίας των Αγίων Πάντων, όπου και το δημοτικό νεκροταφείο, είχαν μια άλλη σχέση με το θάνατο… Βεβαίως, οι Παργινός και Λιατσής, τους οποίους καλούσαν μετ΄ επιτάσεως φωνάζοντας “έβγα έξω Παργινέ κουρεμένε και κοντέ, έβγα έξω ρε Λιατσή με την μπουκάλα το κρασί” να εγερθούν εκ των τάφων των, ουδόλως εγέρθησαν… Ισως να άλλαξαν πλευρό αλλά δεν εγέρθησαν!

*

Ομως, μια λίαν μικρή ομάδα ανθρώπων, οι αρτεργάτες ενός φούρνου, επρόκειτο να απασχολήσει τους φιλήσυχους πιστούς, τις διωκτικές αρχές και τη δικαιοσύνη, αφού τίμησε με το δικό της εξεζητημένο τρόπο τη σταύρωση του Χριστού και την περιφορά του επιταφίου.
Από νωρίς το απόγευμα της Μεγάλης Παρασκευής η δουλειά στο φούρνο είχε αρχίσει: Μεγάλο Σάββατο η επαύριον γαρ, η μαγιά του ψωμιού δεν υπήρχε τω καιρώ εκείνω και οι αρτεργάτες έπρεπε να αναπιάσουν προζύμι για τα σταυρόψωμα – “γαμοσταυρόψωμα” τα έλεγαν όλοι τους γιατί τρελαίνονταν στη δουλειά χωρίς να αμείβονται υπερωρίες… Ομως, παρ΄ όλη τη φούρια, ο μουσικός της παρέας, ο Βασίλης, δεν είχε παραλείψει και είχε φέρει την τρομπέτα του. Υπολόγιζαν ότι πρώτος-πρώτος θα περνούσε από εκεί, όπως κάθε πρωί, ο Σωτηράκης ο Καλόπουλος ο οποίος θα τους έλεγε τα ίδια και τα ίδια, όπως κάθε πρωί, για τις περιπέτειές του στο στρατό και για τότε που τον είχαν ζητήσει οι αμερικάνοι να πάει να διοικήσει μια ταξιαρχία αλεξιπτωτιστών στο Βιετνάμ, και, ευκαιρίας δοθείσης, θα αναπαριστούσαν ωσάν οπλίτες σε θάλαμο, ξαπλωμένοι πάνω στα σακκιά με τα αλεύρια, το εγερτήριο σάλπισμα. Σημειωτέον ότι ο προαναφερόμενος Σωτηράκης είχε πάρει απαλλαγή από το στράτευμα για λόγους υγείας: Ητο επιληπτικός ο δυστυχής και ως εκ τούτου η μαμά-πατρίδα δεν επέμεινε να την υπηρετήσει…
Οι αρτεργάτες είχαν συνηθίσει να περνάνε καλά σε κάθε τους βάρδια στο φούρνο: Αστεία και πειράγματα, το κολατσιό τους, λίγο κρασάκι ή ουζάκι ανάλογα με το μεζέ και την περίσταση, τα τραγούδια τους, ο γηραιότερος της παρέας που είχε κάνει και εξορία στον Αη-Στράτη έφερνε και το χασισάκι του. Τα χρόνια ήταν δύσκολα, η πολιτική δραστηριότητα απαγορευμένη, η μόνη τους διέξοδος ήταν οι Κυριακές στο γήπεδο και τα χοντρά αστεία που έκαναν μεταξύ τους. Ετσι περνούσε ο καιρός και παρέσυρε τα πάντα…

*

Ηταν περασμένη η ενδεκάτη νυχτερινή όταν εισέβαλε φουριόζος ο Σωτηράκης στο φούρνο φωνάζοντας:
– Νεκροταφείαρος, ρε μόρτηδες! Τις σκίσαμε τις κουφάλες! Καλή ανάσταση, ευτυχισμένο το νέον έτος και του χρόνου σπίτια μας! Και καλά κρασιά!!!
Ηταν προφανές ότι είχε πιεί τα ποτηράκια του γιατί μύριζε ούζο από μακρυά. Ανακάτευε τις ευχές, πασχαλιάτικες, πρωτοχρονιάτικες μαζί με εκείνες που είχε ακούσει ότι αντάλλασσαν οι φυλακισμένοι και οι εξόριστοι. Από την τσέπη του σακακιού του προεξείχε η ουρά ενός τυλιγμένου σε εφημερίδα ρέγγου και, όπως όλα έδειχναν, η νύχτα που θα ακολουθούσε θα ήταν μεν μακρυά και κουραστική για τους αρτεργάτες αλλά, Σωτηράκη παρόντος, αρκούντως διασκεδαστική.
Ο Σωτηράκης ήταν ενορίτης των Αγίων Πάντων και σαν πολεμικός ανταποκριτής εξήγησε στους παρισταμένους ότι η προαιώνια διαμάχη μεταξύ του “νεκροταφείαρου” και του Αγίου Σπυρίδωνα είχε συνεχιστεί και στη φετινή περιφορά των επιταφίων: Η ανταλλαγή ύβρεων και συνθημάτων μεταξύ των πιστών είχε ξεπεράσει κάθε προηγούμενο.

*

Ησαν πια περασμένα μεσάνυχτα και μέσα στο φούρνο ο Σωτηράκης είχε μερακλωθεί και χόρευε ζεϊμπέκικο υπό τους ήχους της τρομπέτας. Η φαεινή του ιδέα να κάνει παραγγελιά το σουξέ της εποχής “χελιδόνι στο κλουβί” (του Μάνου Χατζηδάκι σε στίχους Νίκου Γκάτσου) για να το χορέψει όπως έλεγε “μάγκικα-μάγκικα”, έστειλε όλη την παρέα στο κρατητήριο της Διοίκησης Χωροφυλακής: Για κακή τους τύχη εκείνη την ώρα περνούσε έξω από το φούρνο ο επιτάφιος του Αγίου Αθανασίου επιστρέφοντας στην έδρα του – μετά από μια ομολογουμένως αρκετά μεγάλη περιφορά, τόσος μεγάλος ήταν ο περίπατος του νεκρού Χριστούλη που οι γερόντισσες έλεγαν: “Μας ξεποδάριασε ο πάπαρδος, άντε και του χρόνου νά ΄μαστε όρθιες”.
Οι βαθιά θρησκευόμενοι πολίτες που έψελλαν το εγκώμιο “έρραναν τον τάφο” άκουσαν στο φούρνο να γίνεται πανηγύρι, οι νότες της τρομπέτας και η αγριοφωνάρα του Σωτηράκη που ρωτούσε μάγκικα-μάγκικα “πού το πάνε το παιδί;” ήσαν οι σταγόνες που ξεχείλισαν το ποτήρι της οργής και της αγανάκτησής τους –ήταν σαφής η σάτιρα για το νεκρό θεάνθρωπο– και ειδοποίησαν τη Χωροφυλακή να επιληφθεί.
Η ασέβεια προς τη θρησκεία και τον εσταυρωμένο Χριστό θεωρήθηκε μεγάλη και οι αρτεργάτες με τον Σωτηράκη ως πρωταίτιο συνελήφθησαν για τα περαιτέρω. Οι χωροφύλακες τους τύλιξαν σε μια κόλλα χαρτί, σαν το ρέγγο στην εφημερίδα, και θα ακολουθούσε αυτόφωρο. Τουτέστιν, θα έκαναν ανάσταση στο κρατητήριο και θα δικάζονταν την Τρίτη του Πάσχα!
Ο Σωτηράκης μέσα στο μεθύσι του δεν είχε καλά-καλά καταλάβει τι συνέβαινε. Αργότερα, όταν ξενέρωσε και κατάλαβε ότι θα περνούσαν τρεις ημέρες στο κελλί μέχρι να περάσουν αυτόφωρο –και ο ίδιος θα έχανε το ψητό αρνί και το πασχαλιάτικο μεθύσι που σχεδίαζε καιρό– ρώτησε τον αξιωματικό υπηρεσίας: “Δηλαδή, ρε μόρτη, μετά τρεις ημέρας εγείρομαι;”.
Του επεισοδίου έλαβε γνώση και ο στρατιωτικός διοικητής της περιοχής, ένας ταγματάρχης πεζικού, ο οποίος θεώρησε καθήκον του να επισκεφτεί τους ταραξίες στο κελλί όπου τους κρατούσαν και να ρίξει δυο χαστούκια στον έτι σαστισμένο Σωτηράκη. Οταν κατάλαβε ότι επρόκειτο περί επιληπτικού, προσπάθησε να δικαιολογηθεί με μισόλογα στους χωροφύλακες για την άνανδρη πράξη του.

*

Το περιστατικό με το “χελιδόνι στο κλουβί” έγινε γνωστό σε ολόκληρη τη μικρή πόλη. Εκτός από τους θρησκόληπτους και τους δηλωμένους φασίστες, όλοι στάθηκαν με συμπάθεια απέναντι στον Σωτηράκη και τους αρτεργάτες και αρκετοί κατέθεσαν ως μάρτυρες υπερασπίσεως στη δίκη που ακολούθησε.
Κάποιοι, δε, κατέθεσαν πως στην ασεβή ομήγυρη έψηναν και ρέγγο σε εφημερίδα για να συνοδέψουν το ουζάκι που είχαν παραγγείλει ξεροσφύρι (αρίγγη η κοινή για την ακρίβεια, όπως έγραψε ο αξιωματικός υπηρεσίας στην έγκληση για διατάραξη κοινής ησυχίας και βλασφήμια).
Εψηναν ρέγγο μεγαλοπαρασκευιάτικα! Αυτό κι αν ήταν ασέβεια…
Αργότερα έγινε γνωστό πως στη δικογραφία που σχηματίστηκε κάποιοι από τους χωροφύλακες που συνέλαβαν τους ταραξίες δήλωσαν πως εισβάλλοντας στο φούρνο άκουσαν την παρέα των αρτεργατών να ψάλλει σε ήχο γ΄: “έψησαν τον ρέγγο, σε μια εφημερίδα, λίαν πρωί ελθούσαι”.

Δημοσιεύθηκε στο: on Απρίλιος 14, 2008 at 7:55 π.μ. Σχόλια (8)

Studia Spinoziana

Εχω καταβάλει αδιάκοπες προσπάθειες να μη χλευάζω, να μη διεκτραγωδώ, να μην περιφρονώ τις πράξεις και τις ιδέες των ανθρώπων, αλλά να τις κατανοώ… Εχω καταβάλει αδιάκοπες προσπάθειες να μη χλευάζω, να μη διεκτραγωδώ, να μην περιφρονώ τις πράξεις και τις ιδέες των ανθρώπων, αλλά να τις κατανοώ… Εχω καταβάλει αδιάκοπες προσπάθειες να μη χλευάζω, να μη διεκτραγωδώ, να μην περιφρονώ τις πράξεις και τις ιδέες των ανθρώπων, αλλά να τις κατανοώ… Εχω καταβάλει αδιάκοπες προσπάθειες να μη χλευάζω, να μη διεκτραγωδώ, να μην περιφρονώ τις πράξεις και τις ιδέες των ανθρώπων, αλλά να τις κατανοώ… Εχω καταβάλει αδιάκοπες προσπάθειες να μη χλευάζω, να μη διεκτραγωδώ, να μην περιφρονώ τις πράξεις και τις ιδέες των ανθρώπων, αλλά να τις κατανοώ… Εχω καταβάλει αδιάκοπες προσπάθειες να μη χλευάζω, να μη διεκτραγωδώ, να μην περιφρονώ τις πράξεις και τις ιδέες των ανθρώπων, αλλά να τις κατανοώ… Εχω καταβάλει αδιάκοπες προσπάθειες να μη χλευάζω, να μη διεκτραγωδώ, να μην περιφρονώ τις πράξεις και τις ιδέες των ανθρώπων, αλλά να τις κατανοώ… Εχω καταβάλει αδιάκοπες προσπάθειες να μη χλευάζω, να μη διεκτραγωδώ, να μην περιφρονώ τις πράξεις και τις ιδέες των ανθρώπων, αλλά να τις κατανοώ…

Δημοσιεύθηκε στο: on Απρίλιος 11, 2008 at 10:48 π.μ. Σχόλια (3)
Tags:

To Κοράνι στα ελληνικά!

Μια προσφορά από τα άθεα Αθέμιτα: Πάρτε από εδώ το Κοράνι, σε εγκεκριμένη μετάφραση από τις αρχές της Σαουδικής Αραβίας, σε μορφή .pdf. Προσοχή όμως: Πρόκειται για ένα έργο φαντασίας… ΜΗΝ το λαμβάνετε κυριολεκτικά! Η έκθεση στο περιεχόμενό του (όπως και στο περιεχόμενο της Αγίας Γραφής) για παρατεταμένες χρονικές περιόδους ή κατά τα διαπλαστικά έτη των παιδιών μπορεί να προκαλέσει αυταπάτες, ψευδαισθήσεις, μειωμένη διανοητική αντίληψη, δυσχέρεια στον αντικειμενικό στοχασμό και, σε ακραίες περιπτώσεις, μισαλλοδοξία, φανατισμό και παθολογικές διαταραχές που μπορούν να οδηγήσουν σε βίαιη συμπεριφορά, όπως η ανθρωποκτονία, η αυτοκτονία και η γενοκτονία…

Δημοσιεύθηκε στο: on Μάρτιος 21, 2008 at 1:24 μ.μ Σχόλια (2)

Συνθήματα του Μάη 1968

Δημοσιεύθηκε στο: on Μάρτιος 17, 2008 at 9:03 π.μ. Σχόλια (0)

Οι ωμότητες των Ελλήνων στην Τουρκία

Η λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (1914-191 8) βρήκε την Ελλάδα στην πλευρά των νικητών που προσπάθησαν να αρπάξουν εδάφη από τους ηττημένους Τούρκους και να μοιράσουν τις αποικίες μεταξύ τους. Στις 31 Οκτώβρη του 1918 υπογράφτηκε στο Μούδρο της Λήμνου ανακωχή με τους Τούρκους με βάση την οποία οι δυνάμεις της Εγκάρδιας Συνεννόησης (Entente Cordiale) κατέλαβαν τη ζώνη των Στενών, την δυτική ακτή της Μικράς Ασίας, τα νότια λιμάνια και την Κιλικία.
Στις 13 Νοεμβρίου 1918 βαριά σύννεφα σκίαζαν την Ισταμπούλ. Η διάθεση του κόσμου ήταν ανάλογη. Η Οθωμανική αυτοκρατορία είχε χάσει τον πόλεμο και ξένοι συμμαχικοί στόλοι είχαν αγκυροβολήσει στο λιμάνι. Η πόλη βρισκόταν κάτω από συνθήκες στρατιωτικής κατάληψης. Κανένας δεν γνώριζε τι επρόκειτο να ακολουθήσει. Οι Σύμμαχοι αναθέτουν την αστυνόμευση της Τουρκίας στην Ελλάδα γεγονός που άνοιξε διάπλατα τον δρόμο για την “Εθνική εξόρμηση”, την κατάκτηση νέων εδαφών και την δημιουργία της “Μεγάλης Ελλάδας”. (more…)

Ενα ταμπού για την Ιστορία: Η σφαγή της Τριπολιτσάς

 «Για τρεις ολόκληρες ημέρες οι δύστυχοι κάτοικοι της Τριπολιτσάς είχαν παραδοθή στην φρενιασμένη μανία ενός όχλου που τον αποτελούσαν άγριοι σφαγείς. Δεν γινόταν καμμιά διάκριση ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες ούτε στην ηλικία τους. Γυναίκες και παιδιά υπέστησαν φριχτά βασανιστήρια πρώτου θανατωθούν. Η σφαγή πήρε τόσο μεγάλες διαστάσεις που έκανε τον αρχηγό των ανταρτών Θεόδωρο Κολοκοτρώνη να περηφανευθή πως όταν μπήκε στην πόλη από την κεντρική πύλη οι
οπλές του αλόγου του δεν πατούσαν στο έδαφος. Η θριαμβευτική του διαδρομή ήταν στρωμένη με χιλιάδες κατακρεουργημένα πτώματα αμάχων».
(William Phillips, Αγγλος ιστορικός)

«Μονάχα αν βάλει κανείς στον νου τους τις χειρότερες βιβλικές καταστροφές όπου σφάζανε ακόμη και τα κατοικίδια ζώα, θα έχει μια πιο πιστή εικόνα, της σφαγής της Τριπολιτσάς». (Φρανσουά Πουκεβίλ, Γάλλος διαφωτιστής)

Σύμφωνα με το παλιό ημερολόγιο στις 22 Σεπτεμβρίου 1821 οι δυνάμεις των επαναστατημένων ραγιάδων υπό την αρχηγία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη καταλαμβάνουν την Τριπολιτσά έπειτα από εξάμηνη πολιορκία. Στην πόλη είχαν καταφύγει 40.000 Τούρκοι και Εβραίοι της Πελοποννήσου μαζί με 1500 ένοπλους Αρβανίτες που αποτελούσαν και την άμυνα της πόλης. Η σφαγή που ακολούθησε είναι μία από τις μεγαλύτερες που γνώρισαν τα Βαλκάνια. Επί τρεις ημέρες οι Ρωμιοί σφαγιάζουν τους άμαχους Τούρκους και Εβραίους, τις γυναίκες, τα παιδιά και τα βρέφη , αφού προηγούμενος βιάσανε, βασάνισαν, εκπαραθύρωσαν, κάψανε, λιώσανε κεφάλια μωρών σε τοίχους εκπληρώνοντας τα «ιερό χρέος τους» σύμφωνα με τα ελληνικά σχολικά βιβλία.
Ο αυτουργός της σφαγής Θεόδωρος Κολοκοτρώνης αφού φρόντισε να διαφύγουν σώοι οι 1500 οπλισμένοι Αρβανίτες, με τους οποίους είχε κάνα συμφωνία μιλά στα Απομνημονεύματα του τα οποία υπαγόρευσε το 1839 στον Γεώργιο Τερτσέτη με πρωτοφανή ειλικρίνεια τα εξής: “Το ασκέρι όπου ήτον μέσα το ελληνικό έκοβε και εσκότωνε από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άντρες, τριάντα δύο χιλιάδες, μια ώρα ολόγυρα της Τριπολιτσάς” (βλ. Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής φυλής, Απομνημονεύματα Κολοκοτρωναίων, Εκδόσεις Νάστου, τόμος 1, σελ. 112).
Η επίσημη «ελληνική ιστοριογραφία» (επιχείρησε να βρει ηθική υπόσταση στη σφαγή αποδίδοντας την στη «δίκαιη αγανάκτηση των Ελλήνων για τα 400 χρόνια της σκλαβιάς», ισχυριζόμενη πως «όλα δείχνουν ότι οι νεκροί δεν ήταν 32.000 αλλά μόνο 12.000». Ο θλιβερός αυτός ισχυρισμός αυτός έχει την ακόμη θλιβερότερη συνέχεια, ότι δήθεν ο «Γέρος» είχε ξεμωραθεί όταν υπαγόρευε στον Τερτσέτη.
Γενικό συμπέρασμα όλων αυτών: Ναι μεν η σφαγή έγινε, αλλά ούτε ο Κολοκοτρώνης έφταιγε, διότι ήταν «ανήμπορος να ελέγξει το δίκαιο μένος του στρατού του, μόλο που το προσπάθησε», ούτε το ασκέρι των σφαγιαστών έφταιγε, διότι «είχε στην πλάτη του τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς»… Ποιος έφταιγε, λοιπόν; Κατά την κυρίαρχη εκδοχή του ελληνισμού έφταιγαν οι ίδιοι οι σφαγμένοι, οι άμαχοι, οι γυναίκες και τα βρέφη, διότι ήσαν «μιαρά σκυλιά».
Η Τρίπολη ιδρύθηκε τον 14ο αιώνα. Αρχικά ονομαζόταν Υδροπολιτσά ή Ντροπολιτσά. Στην διάρκεια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας υπήρξε σημαντικό στρατιωτικό και διοικητικό κέντρο. Το 1770 έγινε έδρα του Πασά του Μωριά. Στην περίοδο 1685-1715 βρισκόταν υπό Ενετική κατοχή. Καταλήφθηκε από τον Κολοκοτρώνη τον Σεπτέμβριο του 1823 και ο Τουρκικός πληθυσμός της εξοντώθηκε μέχρι ενός. Το 1824 οι Τούρκοι την ανακατέλαβαν και την κράτησαν μέχρι την ανακήρυξη του ελληνικού κράτους το 1828.
Ο Κολοκοτρώνης πίστευε πως για να αναγνωριστεί η Ελληνική Επανάσταση έπρεπε να δημιουργηθεί άμεσα μια εθνικά καθαρή ελληνική επικράτεια. Αυτή η επικράτεια δεν μπορούσε να ήταν άλλη από την Πελοπόννησο: ο τούρκικος και εβραϊκός πληθυσμός της είχε συγκεντρωθεί στην Τριπολιτσά και στα λιμάνια του Ναυπλίου και της Μεθώνης. Ως εκ τούτου, μία καθολική σφαγή θα προκαλούσε την άμεση φυγή όσων είχαν συγκεντρωθεί σε Ναύπλιο και Μεθώνη - άρα η Πελοπόννησος θα γινόταν ελληνική επικράτεια μέσα σε λίγες μέρες. Το σχέδιο του εφαρμόσθηκε με ακρίβεια. Το ασκέρι των Ελλήνων μπήκε ασύδοτο στην Τριπολιτσά για να κόψει και να σκότωσει - και σταμάτησε μονάχα όταν έσφαξε όλους τους ανθρώπους και όλα τα ζώα. Ο Κολοκοτρώνης παρουσιάζει τον εαυτό του στα «Απομνημονεύματα» να μην κάνει επί τρεις μέρες την παραμικρή προσπάθεια να σταματήσει τη σφαγή κι όταν τελειώνει το μακελειό, μονάχα τότε μπαίνει έφιππος στην πόλη πατώντας πάνω σε αναρίθμητα πτώματα μουσουλμάνων, για να σταθεί νικητής στον πλάτανο της πλατείας.
Αυτό που έγινε στην Τριπολιτσά τον Σεπτέμβριο του 1821 είναι ο απόλυτος ορισμός της εθνοκάθαρσης. Δεν είναι τυχαίο πως μετά από την Τριπολιτσά, η εθνοκάθαρση έγινε η κυρίαρχη Ελληνική πρακτική. Αρκεί κανείς να εξέτασα την περίοδο 1912-1945 και να αναλογιστεί τι έγινε στα Βαλκάνια και στη Μικρά Ασία. Οι Ελληνες επεχείρησαν να εκκαθαρίσουν διαδοχικά Μακεδόνες και Βούλγαρους το 1912-1913, Μικρασιάτες Τούρκους την τριετία 1919-1922, Τσάμηδες το 1944, αναζητώντας ζωτικούς χώρους και αρχαίες κοιτίδες.
Στην ελληνική ιστορία η σφαγή των αμάχων της Τριπολιτσάς κατέχει δεσπόζουσα θέση, καθώς θεωρείται σαν ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης, μια ιστορική θεραπεία του 1453 και σίγουρα η αφετηρία της ελληνικής ελευθερίας. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ερμηνεία για αυτό. Η σφαγή της Τριπολιτσάς είναι ένα υπέροχο εργαλείο μίσους για τον εθνικισμό καθώς για τα επόμενα χρόνια θα βαθαίνει το μίσος των Τούρκων κατά των Ελλήνων. Ο Κολοκοτρώνης, σχεδόν είκοσι χρόνια μετά τη σφαγή, δεν ντρέπεται να πει καθαρά, ότι ήταν απόλυτα πεπεισμένος πως σφάζοντας αμάχους ελευθέρωσε την Ελλάδα. Το ιδεολόγημα του νεοελληνικού μίσους κατά των Τούρκων ήταν ήδη ενεργό. Η εθνικά καθαρή νεότερη Ελλάδα απελευθερώθηκε με τις δικές της δυνάμεις αφού προηγουμένως καθάρισε τα “άγια” χώματα της από τους “μιαρούς σκύλους”.

Υμνος στους δολοφόνους

Η γενοκτονία των μουσουλμάνων της Πελοποννήσου παραμένει απαγορευμένο ταμπού για την Ελληνική ιστορία. Τον Σεπτέμβριο του 1821 η πολιορκημένη Τρίπολη έπεσε στα χέρια των εξεγερμένων Ρωμιών που ξέσπασαν σε ανελέητο σφαγιασμό των χιλιάδων προσφύγων που είχαν συρρεύσει στην πρωτεύουσα του Μωριά. Το σύνθημα «ούτε ένας Τούρκος στον Μωρία, μηδέ στον κόσμο όλον» πυροδότησε μια αποτρόπαιη σειρά φρικαλεοτήτων σε βάρος του άμαχου Μουσουλμανικού πληθυσμού της Πελοποννήσου που εξολοθρεύθηκε ολοσχερώς. Δεν υπήρχε Τουρκικός στρατός να τους προστατεύσει και η εξόντωση τους πήρε διαστάσεις γενοκτονίας. Η ελευθερία των Ελλήνων δοξάστηκε ξανά. Παράλληλα διαστρεβλώθηκε, βιάστηκε, έγινε πρόφαση για νέες γενοκτονίες ολοκαυτώματα, ομαδικούς τάφους σφαγμένων, μνημεία που δοξάζουν εγκληματίες πολέμου, γιορτές και παρελάσεις μίσους που συνεχίζονται μέχρι σήμερα…
Η εξέγερση του 1821 περιγράφεται σε ένα μακροσκελές ποίημα πρωτοφανούς εθνικιστικού μίσους που γράφτηκε από τον Διονύσιο Σολωμό τον Μάιο του 1823. Στις 158 στροφές του, το ένα τέταρτο των οποίων αναφέρονται στην πτώση της «άθλιας» Τριπολιτσάς, τα θύματα μηδενίζονται και οι σφαγιαστές εξυμνούνται. Το ποίημα αυτό ονομάζεται Υμνος εις την Ελευθερίαν και ο συγγραφέας θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές! Για χρόνια το διαβάζουμε και υποκρινόμαστε πως δεν πολυκαταλάβαμε τι λέει. Μιλάει για μια απαίσια και στρεβλωμένη Ελευθερία που σφάζει αμάχους διαβαίνοντας πάνω στα πτώματα τους. Μια αιματοβαμμένη πορεία γεμάτη αίμα, θάνατο, φρίκη και αποτροπιασμό. Ενα είδος Αποκάλυψης με μακάβριους παραλληλισμούς και δοξολογίες σφαγιαστών.
Η αποθέωση της εθνικιστικής έξαρσης βρίσκεται στο σημείο που βρικολακιασμένοι Ελληνες ξεπηδούν από τους τάφους τους αναζητώντας εκδίκηση (στροφή 50).
Οι στίχοι του Ύμνου εις την Ελευθερίαν είναι επιθετικοί, άγριοι, ανθρωποκτόνοι. Η Ελευθερία παρασταίνεται σαν μανιασμένο θηρίο που διψά για ανθρώπινο αίμα, το αίμα των δυναστών. Ο Σολωμός μας εισάγει στο γεμάτο βιαιότητα, ανελέητη σφαγή και βαθύ μίσος επεισόδιο της Αλώσεως της “αθλίας” Τριπολιτσάς (στρ. 35-74). Το χυμένο αίμα των Τούρκων δικαιώνεται και η σφαγή καθαγιάζεται με έμμετρη δεξιοτεχνία και ανεπανάληπτους παραλληλισμούς.
Οι στροφές 35-73 του Ύμνου εις την Ελευθερίαν είναι το πιο απάνθρωπο και πιο φριχτό ποίημα της νεότερης ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Δεν υπάρχει ποιητής τέτοιου μεγέθους που δοξολογεί μέσα στην ίδια του την ποίηση τη σφαγή αμάχων από ένοπλους σφαγιαστές. Αρκετοί λογοτέχνες υποστήριξαν με θέρμη τους Ναζί ωστόσο κανένας τους δεν δημοσίευσε ένα ποίημα ή πεζογράφημα που να δοξολογεί τα Ες-Ες περιγράφοντας αναλυτικά το πώς έβαζαν τους Εβραίους στους θαλάμους αερίων. Φαντασθείτε πώς θα αισθανόμασταν οι Ελληνες αν ένας Γερμανός ποιητής αποκαλούσε «μιαρά σκυλιά» τους εκτελεσμένους των Καλαβρύτων ή της Καισαριανής, δοξολογώντας τους Ναζί που τους εκτέλεσαν. Οι στροφές 35-73 του Ύμνου εις την Ελευθερίαν αποτελούν ένα αδιανόητο ηθικό στίγμα: για τον Σολωμό, για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, για την ίδια την Ελλάδα.
Σε έναν ανεπανάληπτο συμβολισμό η Ελευθερία που είναι «βγαλμένη από τα κόκαλα των Ελλήνων τα ιερά» απαιτεί την σφαγή των «μιαρών σκυλιών», των αμάχων γυναικών, παιδιών και αντρών της Τριπολιτσάς. Τελικό αποτέλεσμα είναι ένα έμμετρο κείμενο στο οποίο δοξολογείται η σφαγή αμάχων, και η ανθρώπινη ζωή απαξιώνεται. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να είναι ύμνος στην ελευθερία , κάτι τέτοιο είναι ένας ύμνος στους δολοφόνους.

Δημοσιεύθηκε στο: on Φεβρουάριος 26, 2008 at 7:32 π.μ. Σχόλια (2)

Forgetting Baudrillard: Dialectic pretextual theory in the works of Cage

1. Dialectic Marxism and Lacanist obscurity

“Culture is responsible for the status quo,” says Debord; however, according to Humphrey[1] , it is not so much culture that is responsible for the status quo, but rather the economy, and some would say the futility, of culture. In a sense, the creation/destruction distinction depicted in Eco’s The Aesthetics of Thomas Aquinas emerges again in The Limits of Interpretation (Advances in Semiotics). Sontag suggests the use of Lacanist obscurity to challenge hierarchy.

If one examines textual desituationism, one is faced with a choice: either reject posttextual feminism or conclude that the collective is capable of intention. But in The Name of the Rose, Eco denies dialectic pretextual theory; in The Aesthetics of Thomas Aquinas, however, he deconstructs Lyotardist narrative. The main theme of the works of Eco is the genre, and hence the stasis, of neomodern sexual identity.
(more…)

Δημοσιεύθηκε στο: on Ιανουάριος 30, 2008 at 9:52 π.μ. Σχόλια (0)